Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

"Η νύχτα " (Στίχοι, Κ.Γ. Καρυωτάκης).


Ένα απόσπασμα από την "Νύχτα", ένα σαρκαστκά ελεγειακό ποίημα - ποιου άλλου;- του Κώστα Καρυωτάκη, που προοιωνίζει τα επερχόμενα "Ελεγεία και Σάτιρες", έμελλε να είναι η τελευταία μου μελοποίηση (χρονικά εννοώ, εχω κι άλλες αδημοσίευτες εδώ)... Η φράση "σαρκάζει το κρεββάτι τη χαρά τους κι αυτοί λένε πως έτριξε, δεν λέν πως το κρεββάτι οραματίζεται μελλοντικούς θανάτους " μάλλον ήταν αυτή που με έθελξε. Ή ταίριαζε το ποιήμα σε κάποια μελωδία που είχα ήδη φτιάξει. Ή και τα δύο... Ο άνθρωπος, πάντως, που κάποτε μπορούσε τουλάχιστον να πει "Θα γλεντήσω κι εγώ μια νύχτα" (προμετωπίδα του ποιήματος "Gala") κατέληξε να λέει "Είν' αξημέρωτη νύχτα η ζωή" (προμετωπίδα του παρόντος ποιήματος)... Ένεκα της απουσίας μεγάλων, σπουδαίων ή, έστω, τραγικών πραγματων... Λίγο χρόνια μετά αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα... Εγώ είμαι ακόμα εδώ και σας απειλώ ακόμα! Ποιος ξέρει, μπορεί να ξαναμελοποιήσω κάποτε...

Η νύχτα
Είναι αξημέρωτη νύχτα η ζωή
Στις μεσονύχτιες στράτες περπατάνε
αποσταμένοι οι έρωτες
κι οι γρίλιες των παράθυρων εστάξανε
τον πόνο που κρατάνε

Στις στέγες εκρεμάστη το φεγγάρι
σκυμμένο προς τα δάκρυα του
κι η μυρωμένη λύπη των τριαντάφυλλων
το δρόμο της θα πάρει

Ολόρθο το φανάρι μας σωπαίνει
χλωμό και μυστηριώδικο
κι η πόρτα του σπιτιού μου είναι σα ν' άνοιξε
και λείψανο να βγαίνει.

Σαρκάζει το κρεβάτι τη χαρά τους
κι αυτοί λέν πως έτριξε·
δε λεν πως το κρεβάτι οραματίζεται
μελλοντικούς θανάτους.

Και κλαίνε οι αμανέδες στις ταβέρνες
τη νύχτα την αστρόφεγγη
που θα' πρεπε η αγάπη ναν την έπινε
και παίζουν οι λατέρνες.

Χυμένες στα ποτήρια καρτερούνε
οι λησμονιές γλυκύτατες·.
οι χίμαιρες τώρα θα ειπούν το λόγο τους
και οι άνθρωποι θ' ακούνε

Καθημερνών χαμώνε κοιμητήρι
το πάρκον ανατρίχιασε
την ώρα που νεκρός κάποιος εκίνησε
να πάει στη χλόη να γείρει.
"...Δε λεν πως το κρεββάτι οραματίζεται μελλοντικούς θανάτους..."
Υ.Γ.: Η κατά Λένα Πλάτωνος "Νύχτα" εδώ.

Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

"Καταιγίδα"....

Αγαπητέ ( για να μην σε αποκαλέσω "αγαπημένε" και νομίζεις πως είμαι η... Μαρία Αλιφέρη) αναγνώστη/θύμα, καλέ μου φίλε... Αν φοβήθηκες βλέποντας τον τίτλο της ανάρτησης ότι θα διασκευάσω Πανταζή, Αντύπα ή οποιος στο διαολο το τραγουδάει αυτό, really απατάσαι. Η αλήθεια είναι ακόμα τρομακτικότερη. Αυτό που πρόκειται να ακολουθήσει είναι μια ακουστική καταιγίδα,  ένα ηχητικό κολάζ με ήχους από μια ηλεκτρική σκούπα (τη χάλασα), μια κιθάρα ή δύο (ποιος ξέρει;) , ένα αρμόνιο με ασυγχρόνιστα ντραμς (επίτηδες),  ένα σκυλί (γειτονόσκυλο, αυτό τυχαίο) και δυο τρία ακαθόριστα  πραγματάκια μου ξέχασα τώρα τι μπορεί να είναι ...

"Σουίτα για ηλεκτρική σκούπα και ακουστική κιθαρα"

3
2
1
Πάμε....


Πέμπτη 19 Ιανουαρίου 2012

"Fickle Assurance" - The Ατάλαντοι

Είχε γράψει, που λέτε, ο Ηλίας κάτι στίχους (απο κείνους τους ωραίους που υπαινίσσονται μια μεγάλη και τραγική ιστορία) και παλεύαμε στο σπίτι μου στο Γαλάτσι όλοι οι Ατάλαντοι να τους μελοποιήσουμε ανεπιτυχώς. Ήπιαμε τον καφέ,  φτιάξαμε άλλο, τον ήπιαμε κι αυτόν, τίποτα... Μέχρι που κάποια στιγμή λέει ο Στέλιος"Παιδιά, εγώ φεύγω, παω να διαβάσω Αγγλικά την αδερφή μου". Γεγονός που σήμαινε "το διαλάμε". Πήρε την τσάντα του και, ως συνήθως, πιάσαμε την κουβέντα (ξεκινούσαμε να φεύγουμε μισή ωρά πριν τελικά φύγουμε, κατά πάγια τακτική μας ). Όπως μιλούσαμε,  είχε πιάσει την κιθάρα στα χέρια του και γρατσούναγε και σε μια στιγμή σταματάει...  Παίρνει το διάσημο πονηρόπαιδχνιάρικο ύφος του τι-έκανα-πάλι-ο-γάτος και μας λέει "Για ακούστε...". Κι ακούσαμε αυτό θα ακούσατε εσείς παρακάτω (περίπου). Στην συνέχεια προσθέσαμε, ώστε να σπάει την μονοτονία,  τους ενδιάμεσους λαρυγγισμούς ( τα "λαλαλά" σε άψογη "ατάλαντη" διάλεκτο), καθώς δεν θέλαμε με ένα ρεφραίν να χαλάσουμε το αφηγηματικό ύφος του τραγουδιού, και καταλαβαίνετε τι έγινε... Εμείς φτιάξαμε ένα τραγούδι και η Έρη πήγε αδιάβαστη στο σχολείο την  άλλη μέρα...








 Οι  "Ατάλαντοι"  παρουσιάζουν, λοιπόν, την ( κατά δήλωση του στιχουργού επιθυμητή ερμηνεία  και, μεταξύ μας, καλύτερη από την ερμηνεία του μπλογκερ σ' αυτό το λίνκ) "Ανερμάτιστη ισορροπία" τους ...



Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2012

"Πότε θα μάθουμε πώς ν' αγαπάμε;"

Το βιβλίο του Πήτερ Χάντκε "Ο φόβος του τερματοφύλακα πριν το πέναλτι", τελειώνει κάπως έτσι. Ο πρωταγωνιστής- τερματοφύλακας και ο ίδιος, που έχει εγκαταλείψει την ομάδα του -  βλέπει μια εκτέλεση πέναλτι και φαντάζεται τον τερματοφύλακα να σκέφτεται (όπως το θυμάμαι ): "Ο επιθετικός ξέρει πως πέφτω δεξιά, άρα θα το στείλει αριστερά. Εκτός άμα σκεφτεί πως θα σκεφτώ εγώ πως θα σκεφτεί εκείνος πως αφού πέφτω δεξιά πρέπει να το χτυπήσει αριστερά και έτσι το χτυπήσει δεξιά. Εκτός, εάν σκεφτεί ότι θα σκεφτώ εγώ πως θα σκεφτεί εκείνος πως εγώ θα σκεφτώ ότι θα σκεφτεί ότι αφού πέφτω δεξιά και θα σκεφτώ ότι θα το χτυπήσει αριστερά και θα  σκεφτώ ότι θα σκεφτεί να το στείλει αριστέρα, άρα θα το χτυπήσει δεξιά και συνεπως θα το χτυπήσει αριστερά"...
Κάπως έτσι και ο αφηγητής του επόμενου τραγουδιού, μοιρασμένος στην έλξη του για δυο γυναίκες , αναλώνεται με ποτά και τσιγάρα σε "φτηνές φιλοσοφίες" και παραμένει αδρανης μή μπορώντας να επιλέξει...

Την ξερετε την παροιμία που λέει "Όποιος κυνηγάει πολλούς λαγούς δεν πιάνει κανένα"? Το ίδιο συμβαίνει κι όταν δεν... κυνηγάς κανένα λαγό. Γιατί μπορεί ο τερματοφύλακας της ιστορίας να στέκεται τελικά ακούνητος και η μπάλα να έρχεται στα χέρια του, αλλά εγώ  τις έχασα και τις δυο.  (τι να πει κι αυτός εδώ... )

(Βέβαια, στην πορέια έμαθα....)

                               
Πότε θα μάθουμε πώς ν' αγαπάμε;

Μας ένωσαν, λοιπόν, τα ίδια λάθη 
με τον παλιό, καλό μας εαυτό. 
Γι' αυτό κανείς δεν έπρεπε να μάθει
πόσο αγάπησα την κάθεμια απ' τις δύο. 

Με White horse και Camel  τώρα
αναμασώ όμορφές αναμνήσεις. 
Παλιές φωτογραφίες βλέπω απ΄ ώρα, 
μελλοντικών νεκρών ακούω εκλήσεις. 

Πότε θα μάθουμε πώς ν' αγαπάμε? 

Βλέπω αυτό το πτώμα στο καθρέφτη
που όλοι μου λέν πως είναι ο εαυτός μου,
γνωρίζοντας, καθώς ομίχλη πέφτει,
πως κουβαλώ φαντάσματα εντός μου. 

Πότε θα μάθουμε πως ν' αγαπάμε? 

Ερωτικές γραμμές πήγα να γράψω
και καταντήσανε φτηνή φιλοσοφία.
Μα που να βρώ την δύναμη να υπάρξω,
όταν με ξεγελά κι η φαντασία? 

Για ποια μιλώ δεν ξέρω απ' τις δύο,
ειλικρινά δεν ξέρω και λυπάμαι!
Τρέχω, ο τρελός, γυμνός μέσα στο κρύο...
Θα μάθουμε, άραγε, ποτέ πώς ν' αγαπάμε?
Ποτέ δεν θα μάθουμε ν' αγαπάμε!!!


Αυτό γιατί δεν το σκέφτηκα, γαμώτο! 

Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2012

" Η ελαφρότητα του Είναι" - The Ατάλαντοι

Λένε πως χρειάζονται δυο για να χορέψεις τάνγκο. Μόνο που όταν έπαιζε η μουσική εγώ έλειπα... Μερικές φορές χάνουμε κάτι και μετά αναδρομικά αντιλαμβανόμαστε τη σημασία που είχε για μας  ή που θα μπορούσε να έχει... Το αυτοβιογραφικό αυτό τραγουδάκι είναι για  μια τέτοια περίπτωση. Είναι ένας αποχαιρετισμός σε κάποια κοπέλα που  δεν έκανα ποτέ δική μου (όπως έπρεπε τουλάχιστον )  και αυτο έγινε εξαιτίας μου. Οι στίχοι μου προδίδουν τον επηρεασμό μου  από την "Αβάσταχτη ελαφρότητα του Είναι"  του Κούντερα που είχα διαβάσει τότε  αλλά και από τον "Κύκλο των χαμένων ποιητών" που μάλλον είχα πρωτοδει ...
Είναι παράξενο πάντως... Τότε, ο έφηβος εαυτός μου ζητούσε από την κοπέλα, παρέχοντας της ψήφο εμπιστοσύνης,  "να μείνει όπως είναι". Χρειάστηκε να περάσουν τα χρόνια για να αντιληφθώ πως η ευχή μου είναι μια καταδίκη στασιμότητας... Δεν έχω την παραμικρή ιδέα τι απέγινε η κοπέλα ...  Αλλά επιτρέψτε μου να την αλλάξω. Την ευχή ...
Ελπίζω σ' αυτά χρόνια να έζησες την ζωή πολλών ανθρώπων...

Κι αν στο προηγούμενο τραγούδι εγώ έκανα φωνητικά και η Πέπη τραγουδούσε, εδώ τα πράγματα είναι εντελώς αντίθετα. Για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι, αν και το είχα γράψει για τη φωνή της,  βρέθηκα να το τραγουδάω εγώ και η Πέπη να κάνει φωνητικά...
Ενδεικτικό πάντως του τρόπου που δουλεύαμε και των μέσων που (δεν) είχαμε είναι το εφέ στη δεύτερη κιθάρα. Πρόκειται για το καλώδιο του μικροφώνου που, καθώς παίζω, το ακουμπάω στην κιθάρα, το γλιστράω  επάνω της ή το απομακρύνω ...


                                                  Η ελαφρότητα του είναι

Μες τους χαμένους ποιητές κι εγώ
χαμένος δικός σου στίχος.
Τι να μου πεις κι εγώ τι να πω?
Τελειώσαν τα "θα δούμε" και τα "ίσως".

Φεύγει ο καιρός
κι όλα τα φέρνει αλλιώς
μα μην αλλάξεις, όπως είσαι μείνε.
Και μη χαθείς,
κοιτά, μη ξεχαστείς
και σε νικησει η ελαφρότητα του είναι.

Σ΄ευχαριστώ που απ' τη ζωή μου πέρασες
κι είχα την τύχη να σε γνωρίσω.
Μετά από τόσα πρέπει που ξεπέρασες
καταφερα κι εγώ να σ' αγαπήσω.

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2012

"Λάθος Στοίχημα" - The Ατάλαντοι.

Υποθέσεις και, μάλιστα, παραδειγματικού τύπου, καθώς δεν θυμάμαι τίποτα για το τραγουδάκι αυτό... Υποθέτουμε, λοιπόν, καθώς πολλάκις είχε συμβεί, ότι κάποια μέρα μου είχε σκάσει στο μυαλό μια μελωδία και -καθώς ήταν μια εποχή που μου σκάγανε στο μυαλό πολλές μελωδίες- είτε δεν μπόρεσα είτε δεν προλάβαινα γιατί ασχολούμουν με κάποιο άλλο τραγούδι να γράψω στιχους... Οπότε -λογικά-  κατέληξα να ψάχνω τα άτεχνα και εφηβικά μου σκαριφήματα και μάλλον ταίραζε η μουσική σε ένα άνευ τίτλου στιχούργημα (ο τίτλος "Λάθος στοίχημα" είναι μεταγενέστερος και έλκει την καταγωγή του από μια εκδοχή του ρεφραίν που τελικά δεν προτιμήθηκε ) στο οποίο είχα προσπαθήσει  να ανατρέψω τον κοινό λογοτεχνικό τόπο της ταύτισης της βροχής με την θλίψη και  εξέφραζα τον προβληματισμό μου ( ήδη σαν "έτοιμος από καιρό σα θαρραλέος" για τον Καβάφη που ανακάλυψα αργότερα ) μέσω  του μύθου του Ταντάλου - ένα θέμα που με απασχολούσε από πιτσιρικά κι για το οποίο  είχα γράψει  κι ένα αλλο ποιηματάκι (δειτε κάπου εδώ), το οποίο μάλιστα προσπάθησα (ημιτελώς ως σήμερα) να μετατρέψω σε τραγούδι- για την ματαιότητα των πραγμάτων και την αδυναμία του ανθρώπου να ξεφύγει από την μοίρα που ο ίδιος τελικά ορίζει για τον εαυτό του, επιμένοντας να στοιχηματίζει συνέχεια στο κουτσό άλογο ή να ποντάρει στο κόκκινο, ενώ γνωρίζει (ή κι ας γνωρίζει) πως πάντα βγαίνει μαύρο ... Εντάξει, το ξέρω, μπερδεμένη η φράση, προσπεράστε την, δεν λέω κάτι σημαντικό...
Έπειτα - ξανά λογικά -  επηρεασμένος και από το - φρέσκο τότε-  παρόμοιας φιλοσοφίας τραγουδάκι του Νίκου του Σπηλιά "Αin't gonna rain anymore ", προσπάθησα να αναπτύξω την βασική ιδέα του στιχουργήματος σε ένα ρεφραίν, με τρόπο που να  συμμαζέυει τους αρχικούς στίχους (των κουπλέ πιά) και να απαλύνει το πομπώδες και το φλύαρο τους...
Η Πέπη μου έκανε την τιμή να το τραγουδήσει, κάνοντας μου τη χάρη περιοριστει η συμμετοχή μου στα - πολύ χαμηλά- φωνητικά...

Λάθος στοίχημα 
Σε ξεραμένα οροπέδια    
πίσω απ' τον ήχο της σιωπής
πέσαν νεκρά όλα τα σχέδια 
μιας πιο ανθρωπινης ζωής. 

Όλες μας τις ελπίδες τις παίξαμε στη βροχή
κι, αν τυχόν και δε βρέξει, θα μείνουμε μοναχοί. 
Αστράφτει και μπουμπουνίζει κι ύστερα ξαφνικά
ο καιρός πάλι αλλάζει και πιάνει καλοκαιριά. 


Με φόβο μεσα στην καρδιά μας 
απ' την ελπίδα μιας στιγμής
γυρέψαμε για συντροφιά μας 
λίγο απ' το φως μιας αστραπής. 

Χαμένοι ολότελα και κατηφείς
μετά τον ήχο του μπουμπουνητού
πιάσαμε πάτο αντί κορφής
μ' άγνοια επι παντός επιστητού.

Πέμπτη 5 Ιανουαρίου 2012

Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη.

Ο Διονύσης Σαββόπουλος γράφει στίχους και μουσική στο τραγουδί "Η θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη " και αποτίει φόρο τιμής στον παραγνωρισμένο ποιητή Νίκο Αλέξη Ασλάνογλου  που πέθανε ξεχασμένος ("τους καταγγέλω τους καριόληδες", έλεγε την ίδια εποχή στις συναυλίες του ο Χάρης Κατσιμίχας, "που κανείς δεν βγήκε να πεί τίποτα για αυτόν κι όλοι ασχολούνται με το ποιος τον έδωσε, ποιος τον πήρε, που τον έδωσε, πως τον πήρε") κάποιον Αύγουστο στα μέσα των '90'ς  αλλά και στο φίλο του Άλκη,  που πέθανε απροσδόκητα στην πρώιμη νιότη του, περιγράφοντας, παράλληλα, την μετεμφυλιακή προδικτατορική Ελλάδα στην οποία, όπως θα δείτε,  ενυπάρχει η νοσηρότητα που καθορίζει και την σημερινή.
 Πολλά χρόνια αργότερα....
Μια νύχτα (δεν "πήρα την ομορφιά στα γονατά μου και τη βρήκα πικρή και τη βλαστήμησα" αλλά ) ο Ηλίας  πήρε την κιθάρα του κι εγώ ενα βιβλίο με τους στίχους του κομματιού και έτσι προέκυψε αυτή η διασκευή, ας πούμε, του τραγουδιού. Σημειωτέον πως δεν το είχαμε ξαναματακαταπιάσει το τραγουδάκι,  είναι πρώτη (και τελευταία) προσπάθεια.  Δεν θυμάμαι καν, αν γνωρίζαμε ότι ηχογραφούμασταν...( Η διασκευή αλά Πουλικάκος ακόμα εκκρεμεί...)

Τη νύχτα αυτή η αστυνομία
μάζεψε τους αλήτες απ'το πάρκο
πλάκωσε το εκατό κι ακουγόταν μέχρι εδώ η σειρήνα
φύγε - φύγε όσο έμεινε καιρός
γιατί η νύχτα στο κρατητήριο είναι κρύα
πως βαστιέται τέτοιος εξευτελισμός
και το στόμα σου φαρμάκι απ' τα τσιγάρα
το πρωί στο λεωφορείο στριμωχτός
μια διαδήλωση κοιτάς πίσω απ' τα τζάμια.


Από όλα τα τραγούδια αγαπούσα πιο πολύ τα λαϊκά 
η ζωή μου έχει αλλάξει κι έτσι τώρα δεν με ζαχαρώνουν πια
Το κλειδί βάζω στην πόρτα για να μπω
το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
όταν πέφτει το βραδάκι τι να πω
σε θυμάμαι με το πράσινο παλτό.

Όταν πέφτει το σκοτάδι
στα υπόγεια τα ρεύματα βουίζουν
την αλήθεια ποιος θα μάθει
ένορκοι πληρωμένοι θα με κρίνουν
Η ζωή μου έχει γεμίσει μυστικά,
στους διαδρόμους ψευδομάρτυρες καπνίζουν
και οι φίλοι με κερνούν ναρκωτικά
και το κόμμα με τραβάει απ' το μανίκι.


Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου,Αλέξη πες μου αν με θυμάσαι
το καλοκαίρι έχει τελειώσει
από καιρό έχει τελειώσει τι ζητάς
στην παραλία τα καφενεία είναι κλειστά
κι η θάλασσα βρώμικη και σάπια

μετανάστες ξαναγύρισαν εδώ
τρομαγμένοι φεύγουν απ' τη Γερμανία
την καρδιά μου στους σταθμούς την τυραννώ.

Μην κοιτάς τους στρατιώτες
στα δημόσια ουρητήρια σοβαροί
μου θυμίζουν επεμβάσεις
μου θυμίζουν δυσκολίες γιώτα -χι
την θυμάμαι ένα κάμπο να διαβαίνει
στο ασανσέρ όλο φοβότανε να μπει
η συννεφούλα μου κερδίζει το παιχνίδι
τώρα στα χέρια της κρατάει το ψαλίδι
κι έτσι είναι περισσότερο ορφανή
 
Κι έτσι εδώ σε ξαναβρίσκω
Αλέξη πες μου με τι λόγια να στο πω
τα ορφανά μου που κρυώνουνε
μου κάνουνε βαρύ εκβιασμό
που ακούστηκε ο Άλκης να πεθαίνει,
όλη νύχτα ψήνονταν στον πυρετό
στο διάδρομο είχα δει ένα νεκρό
οι γιατροί δεν μας δίνουν σημασία
βιαστικά μας κουβαλούν στα χειρουργεία

Η μποτίλια έχει αδειάσει
του μπάρμπα - Αλέξανδρου η μποτίλια έχει αδειάσει
κι απ' το πάρκο μέχρι εδώ
η σειρήνα του εκατό
ακούς - ουρλιάζε
το δωμάτιο είναι κρύο και στενό
κι ο Τσιτσάνης μ' ένα -γιάλα με προγκάρει
αυτή τη νύχτα η καρδιά μου είναι βαριά
δεν υπάρχει ούτε μια λέξη να την ψάξεις
αλλά εσύ που μ' αγαπούσες μια φορά
όπως πριν
έτσι και τώρα
θα με νιώσεις.